Τα πρόβατα χωρίζονται σε δυο κατηγορίες: τα ελευθέρας βοσκής και τα βιομηχανοποιημένα, αυτά που γεννιούνται, μεγαλώνουν και ζουν σε κλουβιά που μόλις χωράνε γι’αυτό και συνήθως είναι δύσμορφα, χωρίς πόδια, παραμορφωμένα. Και ποτέ δεν περπατάνε έξω, ποτέ δεν βοσκάνε σε κάποιο πράσινο λιβάδι, μόνο ζουν εκεί στριμωγμένα ως να σφαγιασθούν και να πάρουν τη θέση τους άλλα και πάει λέγοντας. Τα άλλα πρόβατα τα ελεύθερα ζουν όπως είναι από τη φύση τους να ζήσουν, αλλά κι αυτά στο τέλος καταλήγουν στο τραπέζι, στους ώμους κάποιου ή σε καταστήματα δερμάτινων ειδών.
Μετά υπάρχουν και οι κότες, είναι πάλι δυο ειδών: οι εκτροφείου, από τζάκι που λέμε και είναι και οι άλλες οι αλανιάρες κότες. Τώρα γιατί έχουμε την τάση να παίρνουμε τους κοινωνικά καλουπωμένους για ανθρώπους και τους εκτός της κοινωνίας για ανθρωπάκια αδυνατώ να καταλάβω… ίδια σκατά μας πνίγουν όλους μα τουλάχιστον κάποιοι θέλουν εκεί που φτάνουν να μην κολυμπάνε και στα ξένα σκατά, μην βολεύονται σε ένα σπιτάκι με ένα αυτοκινητάκι έναν αντρούλη και κάνα δυο κουτσούβελα. Είναι αυτοί που πασχίζουν να βγάλουν το κεφάλι τους από τη μπόχα και να τρέξουν έστω για λίγο ξέγνοιαστοι σαν αλανιάρες κότες που τουλάχιστον ζήσανε όπως ήταν να ζήσουν κι όχι όπως καλουπώθηκαν με το κεφάλι σκυμμένο μαντρωμένοι σε ένα στεγανό από άλλους για άλλους.
Και το αστείο είναι πως το πρόβατο και η κότα που μεγάλωσαν στο εκτροφείο είναι σαν τις παρθένες της παλιάς εποχής, άσπιλες κόρες που και να τις αφήναν ελεύθερες δεν θα έκαναν τίποτα παρά θα γύρναγαν πίσω και θα κλαιγόταν στην πόρτα σαν το κουτσάβι να τις ξαναφυλακίσουν. Εκτροφείο λοιπόν και η κοινωνία μας με τα όλα του: τις εγκαταστάσεις- εκκολαπτήρια – διαμερίσματα, τους διευθυντές με τις παχιές κοιλάρες τους, τους επιστάτες που θέλουν να γίνουν διευθυντές στη θέση των διευθυντών αλλά κατά βάθος επιστάτες θα μένανε γιατί για αυτό γεννήθηκαν τα ζώα. Αυτά τα ζώα που τα τάζουν από όταν γεννιούνται να τα μεγαλώσουν έτσι όπως πρέπει για να εξυπηρετούν ώστε να φτάσουν σε μια ηλικία που τα περιλαβαίνει το σχολείο και μετά τα αποσώνει το πανεπιστήμιο.
Αυτή είναι η γραμμή των ζώων, η των ζωντανών νεκρών που ακολουθείται πιστά από τις μάζες χρόνια και χρόνια τώρα και βγάζει τα καλύτερα μοσχαναθρεμμένα βόδια, αυτά που δεν κοπρίζουν όπου βρουν μα στα κρυφά χέζουν τον κόσμο όλο, αυτά που δεν δέχονται να τσαλαβουτήσουν στη λάσπη μη λερώσουν τα Σανέλ αλλά είναι τα πρώτα που θα πετάξουν λάσπη στη μούρη σου όταν σε μυριστούν ότι εσύ διαφέρεις, ότι εσύ μπούχτισες με τη λίγδα της ψευτιάς και της ξιπασιάς και πασχίζεις να πάρεις μια στάλα αέρα. Θα σε κουτουλήσουν άγρια και σε πάρουν στο κατόπι μόλις μυριστούν ότι εσύ διάλεξες να φύγεις από το κοπάδι και να γλυτώσεις τη σφαγή της ψυχής ενώ εκείνοι μένουν καρτερικά μέχρι να τους κόψει η χατζάρα του χασάπη τη βοιδοκεφάλα τους και πάμε για άλλα…
Το ζουμί που μένει στο πιάτο είναι ένα θυμικό που τώρα το έβγαλα: μη μου τους βόας τάραττε. Γιατί με τα κέρατα που έχουν μερικές βοδάρες αν σε βάλουν κάτω την πάτησες και τώρα θα μου πεις και τι να κάνω; Καλά να βοσκάει το χόρτο της αλλά να μπαίνει και στα δικά μου χωράφια; Ε, εκεί θα σου πω κι εγώ: τι σκατά κάνεις στα χωράφια του βοδιού; Δε ξέρεις ότι εκεί που χέζουν, τρώνε;;