Honesty, my friend

Text

μια ακόμα ιστορία

Μια φορά κι έναν καιρό σε ένα όμορφο στρουμπουλό χωριό ζούσε ο κύριος Μοσχάρης, αναθρεμμένος όπως το όνομα του, μια μέρα πήρε τα πλούτη του τόπου του και είπε να κατέβει στην πόλη για να γίνει σκέτος κύριος χωρίς το Μοσχάρης. Ζεύτηκε λοιπόν τα κατάλοιπα του χωριού του, τις προλήψεις και τα άλλα τους, ντύθηκε τη μικροψυχία του σφιχτά και κίνησε για το μεγάλο ταξίδι. Εκεί στην πόλη δεν την πάτησε ούτε μια φορά, έβγαλε από τον τουρβά του την καχυποψία και την μικρότητα την χωριάτικη και πρόλαβε να πατήσει πριν τον πατήσουν, έτσι πέρασε ο καιρός, φτιάχτηκε γερά και έγινε μεσοαστός πρώτης τάξης με σπίτι στο κέντρο της πόλης, δουλειά καλή και κοιλιά που μπορούσε να ταΐσει όλο το χωριό του για δυο χρόνους και βάλε. Τώρα που είχε γίνει κύριος με τα ούλα του το μόνο που έλειπε ήταν μια κυρία στο πλάι του και αργότερα ένας απόγονος για να κληροδοτήσει όσα είχε φέρει από το χωριό του και με τόσο κόπο κουβαλούσε όλα αυτά τα χρόνια. Και δεν άργησε να βρει την κυρία του, ήταν η κυρία Γουρουνιά, ίδια περίπτωση κι αυτή, κατέβηκε από κάποιο χωριό όπου έβοσκε ως παιδούλα αμέριμνη και ήρθε στην πόλη να γίνει κυρία με τα ούλα της! Σε λίγο καιρό να σου και ο καρπός τους δεν άργησε να φανεί τώρα το τι βγήκε από αυτή τη διασταύρωση μην τα ρωτάτε… ένα στρουμπουλό γουρουνομοσχαρόπουλο με κριθαρίσια μύτη και λαιμό προβάτου ένα κι ένα, λουκούμι για το μπαλτά. Και μεγάλωνε το μοσχαρογούρουνο και έμοιαζε πολύ της μαμάς και του μπαμπά σε όλα του, είχε πάρει όλα όσα κουβάλησαν από τα χωριά τους εκείνοι και όλα αυτά που τους τάιζαν μια ζωή κι έπαιρνε και θέριευε μα δεν του είπανε ποτέ τι είναι πραγματικά, ούτε το άφησαν να το δει μόνο του. Του λέγανε μόνο πως ήταν ψάρι όμορφο με πλουμιστή ουρά και χάρη κι αυτή το πίστευε και καμάρωνε κι ας μην έβλεπε τα λέπια κι ας φύτρωναν στο κεφάλι της κέρατα, της είχανε μάθει να μην τα προσέχει κάτι τέτοια και αν κάποιος τολμούσε να της πει πως ήταν αλήθεια θα το κανόνιζε ο μπαμπάς. Η κυρία Γουρουνιά και ο κύριος Μοσχάρης κάτσανε και τα βάλανε κάτω και αποφασίσανε πως για να γίνουν σωστοί κύριοι της κοινωνίας έπρεπε να κάνουν τους άλλους να ξεχάσουν από πού ήρθανε, οι καημένοι νομίζανε πως αν σβήσουν τα χνάρια του δρόμου που ακολούθησαν θα ξαναγεννιόταν λες και ο ψαράς δε θα βρωμάει θάλασσα όσο κι αν πλυθεί… Έπειτα είχαν και την κόρη, εκείνη έπρεπε να είναι η σβήστρα τους, πιάσανε λοιπόν και τη μάθανε γλώσσες, την πήγαν σε δασκάλους να μάθει καλά τα γράμματα, τη μάθανε να σιχαίνεται τη λαϊκή μουσική και τους λαϊκούς ανθρώπους και γενικά ότι αναβλύζει από την ψυχή του κόσμου. Τη στείλανε πανεπιστήμιο να φοιτήσει και να βγει σωστό φυτό μα να μην ανθίσει. Όλοι ήταν ευχαριστημένοι κι όλα πήγαιναν όπως τα θέλανε. Μα στη πλάση δεν έχει μόνο αυτά τα ζώα, έχει και αγρίμια και θηρία αλλά αυτό ο κύριος Μοσχάρης και η κυρία Γουρουνιά δεν το είχανε υπολογίσει. Γι αυτό μια μέρα είχαν μαζευτεί τα αγρίμια να διώξουν τα ήμερα γιατί πάντα όταν γέρνει τόσο η πλάστιγγα ή που θα σπάσει και θα πέσουν όλοι χάμω ή που θα ξεχυθεί από τη μια μεριά. Μαζεύτηκαν λοιπόν τα θηρία και αποφασίσανε να κάνουνε ντου στο μαγαζί του κυρίου Μοσχάρη και να πάρουν πίσω αυτά που τους έκλεψε η κοινωνία, το μεγάλο αφεντικό στου οποίου τη δούλεψη χρόνια τώρα ήταν και ο κύριος Μοσχάρης και η κυρία Γουρουνιά και ετοίμαζαν και την κόρη τους να δουλέψει για αυτόν. Και αφού το αποφάσισαν καμιά δύναμη στη γη δε θα τους σταμάταγε, ούτε καν τα Ορκ και τα τρολ. Ρίχτηκαν λοιπόν όλοι μαζί να σπάσουνε τις πόρτες του μαγαζιού μα ήταν αδιαπέραστες σαν κέρβεροι της κόλασης, δοκίμασαν να τρυπώσουν σαν ποντίκια κρυφά και απρόσκλητα μα ούτε πάλι βγήκε αποτέλεσμα. Κι έτσι αφού το σκέφτηκαν από δω το μέτρησαν από κει αποφάσισαν πως έπρεπε να ξεκάνουν τον ίδιο τον κύριο Μοσχάρη και τον κάθε κύριο Μοσχάρη μπας και καθαρίσει αυτός ο τόπος και παράλληλα να ξυπνήσουν και κάποιους άλλους από το λήθαργο τους τον βαρύ έτσι κάνανε τέχνη και την ονόμασαν μουσική, μουσική που δεν γλυκαίνει τα αυτιά μα ξυπνάει ακόμη και τα ζώα. Και κύκλωσαν το μαγαζί του Μοσχάρη πρώτα και μετά όλα τα μαγαζιά της πόλης όλων των Μόσχων και μετά όλα τα μαγαζιά της χώρας και άρχισαν όλοι να τραγουδάνε δυνατά και να λένε αλήθειες που ματώνουν τα αυτιά και οργίζουν τους κυρίους Μόσχους. Τότε εκείνος τρελάθηκε από το κακό του και αφού δεν μπορούσε να τους σταματήσει πήρε τη γυναίκα του και την κόρη του και τις πήγε μακριά πάνω σε ένα ψηλό βουνό που άνθρωπος άλλη φορά δεν πάτησε και έχτισε ένα πύργο, βούλωσε τα παράθυρα και τις πόρτες να μην ακούγεται τίποτα και ήταν και πάλι όλοι ευχαριστημένοι. Μόνο που μια μέρα άκουσαν ένα χτύπημα στο μοναδικό παράθυρο που είχαν, ο Μοσχάρης άνοιξε ανήσυχος και είδε ένα μικρό πουλάκι να κάθεται εκεί, τότε ησύχασε και είπε: άστο μωρέ ένα πουλάκι είναι μόνο… και το άφησε να μπει μέσα. Το πουλάκι τότε άνοιξε το ράμφος του και άρχισε να τραγουδά μα δεν τραγούδαγε τη γλώσσα των πουλιών μα μίλαγε σαν άνθρωπος και έλεγε όλα αυτά που δεν ήθελε να ακούσει ποτέ ο κύριος Μοσχάρης και η κυρά του. Τους είπε ποιοι είναι τι κάνουν και που θα έπρεπε να βρίσκεται η θέση τους μιας και κατάγονται από τα ζώα και όχι τους ανθρώπους κι όσο και να το κυνηγούσε ο Μοσχάρης να το πιάσει τόσο δεν το έφτανε το πουλάκι γιατί τα πουλιά πετούν ψηλά και είναι άπιαστα κι όχι μόνο δεν το έπιασε αλλά ήρθαν κι άλλα πουλιά κι ένωσαν τις φωνές τους με τη δική του και πετούσαν γύρω γύρω στο σπίτι και τους τρέλαναν με αυτά που ξεστόμιζαν. Μέχρι που κατέληξαν τα πουλιά να τους κυνηγούν και να ουρλιάζουν στα αυτιά τις αλήθειες που κρύβανε ώσπου μέσα στο χαμό πέσανε από το παράθυρο να γλυτώσουν και οι δυο τους και έγιναν κοπριά για τη γη, το μόνο σκοπό που θα μπορούσαν να εξυπηρετήσουν σε αυτόν τον κόσμο. Όσο για την κορούλα τους: αυτή ποτέ δεν θα καταλάβαινε τίποτα γιατί δεν ήταν ζώο όπως οι γονείς της αλλά φυτό, χωρίς βούληση που έζησε περιμένοντας να μαραθεί χωρίς να έχει ανθίσει ποτέ.

Posted on Wednesday, August 26 2009.
2
Notes
  1. atotalstalker liked this
  2. nonviolentrevolution liked this
  3. madiel posted this
Honesty, my friend My personal blog, mainly in Greek.


best friend:
Ask me anything Submit
Previous Next